μισθός


μισθός
Όρος που χρησιμοποιείται στην οικονομική γλώσσα για τον χαρακτηρισμό της αμοιβής της εξαρτημένης εργασίας. Με την έννοια αυτή ο όρος έχει ευρύτερη σημασία από αυτήν με την οποία χρησιμοποιείται στην κοινή γλώσσα. Πράγματι, περιλαμβάνει, εκτός από τις αμοιβές των εργατών και τις αποδοχές των υπαλλήλων και των διευθυντών, και όλες τις συνολικές παροχές που πηγάζουν από κάποια σχέση εξαρτημένης εργασίας, όπως τα επιδόματα έκτακτης εργασίας, ο δέκατος τρίτος μισθός, τα δώρα κατά τον ισολογισμό, οι αμοιβές παραγωγικότητας κ.ά. Ο συσχετισμός του μ. με την προσφερθείσα υπηρεσία μπορεί να γίνει με διάφορες μεθόδους. Οι πιο συνηθισμένες μέθοδοι είναι εκείνες που παίρνουν ως βάση τη διάρκεια της εργασίας (χρονικός μ.) ή το αποτέλεσμα της υπηρεσίας (μ. κατ’ αποκοπή) όταν η αμοιβή καθορίζεται με ένα χρηματικό ποσό κατά το παραγόμενο προϊόν, τα είδη που πουλήθηκαν κλπ. Υπάρχουν και μεικτές μέθοδοι, που καθορίζουν έναν βασικό μ. σχετικό με το χρονικό στοιχείο και προβλέπουν κατόπιν αυξήσεις ανάλογες με τα αποτελέσματα που πραγματοποιήθηκαν πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο παραγωγής. Τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως στις ΗΠΑ, έχουν εισαχθεί ειδικές τεχνικές εκτίμησης των προσφερόμενων εργασιών (job evaluation) και εκτίμησης του προσωπικού (merit rating), με τις οποίες καθορίζονται οι μ. λαμβανομένης υπόψη της πολυπλοκότητας των καθηκόντων που ανατίθενται στους εργαζόμενους και του τρόπου με τον οποίο εκτελούνται. Στη σύγχρονη οικονομία ο μ. καθορίζεται σχεδόν αποκλειστικά με μορφή χρήματος, αν και δεν λείπουν παραδείγματα μ. που καταβάλλονται, τουλάχιστον μερικά, σε είδος. Αυτό συμβαίνει ειδικά στις γεωργικές εργασίες, όπου οι εργαζόμενοι πληρώνονται κατά ένα μέρος με προϊόντα της γης. Με τον μ. σε είδος μπορούν ακόμα να εξισωθούν μερικές δευτερεύουσες παροχές που γίνονται από τους εργοδότες, όπως για παράδειγμα η προσφορά κατοικίας στους εργαζόμενους, η οργάνωση συσσιτίων και πρατηρίων, η προσφορά προϊόντων της επιχείρησης σε ευνοϊκές τιμές κ.ά. Όταν ο μ. εκφράζεται σε χρήμα υπόκειται αναγκαστικά στις διακυμάνσεις που προκύπτουν από τις μεταβολές της αγοραστικής δύναμης του χρήματος. Στην περίπτωση αυτή γίνεται διάκριση μεταξύ του ονομαστικού μ., που αντιπροσωπεύεται από ένα χρηματικό ποσό, και του πραγματικού μ., που δείχνει την ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών που μπορούν να αποκτηθούν σε αντάλλαγμα. Σε περιόδους νομισματικής αστάθειας η εξέλιξη των πραγματικών και των ονομαστικών μ. δεν ακολουθούν την ίδια πορεία, ενώ μπορεί μια αύξηση της ποσότητας χρήματος που πληρώνεται στον εργάτη να μην είναι αρκετή για να εμποδίσει την πτώση του βιοτικού του επιπέδου. Στις δεκαετίες 1970 και 1980, όταν ο πληθωρισμός ήταν σε πολύ υψηλά επίπεδα σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, είχαν καθιερωθεί για ορισμένες κατηγορίες και σε ορισμένες χώρες ειδικοί μηχανισμοί, όπως η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ) στην Ελλάδα, που επέτρεπαν στους μ. να παρακολουθούν την αύξηση των τιμών. Σύμφωνα με μια οικονομική θεωρία αν στην αγορά εργασίας υπάρχει κατάσταση τέλειου συναγωνισμού, ο μ., όπως και κάθε άλλη τιμή, καθορίζεται αυτόματα από την αλληλεπίδραση της ζήτησης και της προσφοράς και τείνει να σταθεροποιηθεί σ’ ένα επίπεδο που να επιτρέπει την πλήρη απορρόφηση όλων των εργατικών δυνάμεων και την, επίσης πλήρη, ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων των εργοδοτών. Στην πραγματικότητα όμως η αγορά εργασίας δεν είναι καθόλου ανταγωνιστική. Η προσφορά εργασίας δεν αντιδρά, ούτε καν σε μακρά περίοδο, στις μεταβολές του ύψους της αμοιβής, γιατί η παραγωγή εργατικών δυνάμεων, δηλαδή η αναπαραγωγική λειτουργία του ανθρώπου, δεν περιορίζεται ανάλογα με τη μείωση των μ. Τα στατιστικά δεδομένα μάλιστα αποδεικνύουν ότι οι υψηλότεροι δείκτες γεννήσεων παρατηρούνται ακριβώς στις χώρες ή στις οικογένειες όπου είναι πιο διαδεδομένο το φαινόμενο της φτώχειας. Σε τέτοιες συνθήκες είναι φανερό ότι σε όλες τις περιπτώσεις όπου μια σημαντική προσφορά εργασίας βρίσκει απέναντί της μια περιορισμένη ζήτηση, ο ελεύθερος ανταγωνισμός θα έριχνε τους μ. σε επίπεδο αθλιότητας. Αυτό έγινε πράγματι στους πρώτους χρόνους της βιομηχανικής επανάστασης και οι κλασικοί οικονομολόγοι (Άνταμ Σμιθ και Ντέιβιντ Ρικάρντο) κατέληξαν στα απαισιόδοξα συμπεράσματα που αποτελούν τη βάση των θεωριών τους για τους μ. Η κατοπινή πείρα, όμως, απέδειξε ότι η κατάσταση που έβλεπαν οι κλασικοί δεν ήταν αμετακίνητη. Η μείωση του κόστους παραγωγής, που οφειλόταν στις τεχνικές προόδους, η εμφάνιση των συνδικαλιστικών οργανώσεων και η εισαγωγή της κοινωνικής νομοθεσίας για την εργασία οδήγησαν πράγματι σε προοδευτική αύξηση των πραγματικών μ. Στην περίοδο κυρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο επικράτησαν, τουλάχιστον σε πολλούς κλάδους, οι συλλογικές συμβάσεις που συνάπτονται από αντιπροσώπους των εργοδοτών και των εργατών και στις οποίες μετέχει συχνά ως διαιτητής η κρατική εξουσία. Με αυτόν τον τρόπο ο μ. καθορίζεται σε καθεστώς διμερούς μονοπωλίου και είναι σχεδόν πάντα ανώτερος από την τιμή που θα είχε σε καθεστώς ανταγωνισμού. Δεν αντιπροσωπεύει όμως τιμή ισορροπίας και κατά συνέπεια δεν κατορθώνει σε όλες τις περιπτώσεις να εξαφανίσει την ανεργία. Με αυτό το επιχείρημα ο νεοφιλελευθερισμός πέτυχε σε πολλές χώρες τη σταδιακή εξασθένιση των συλλογικών συμβάσεων από το τέλος της δεκαετίας του 1980 και κυρίως κατά τη δεκαετία του 1990. Το σημείο ισορροπίας I σημειώνει τη συνάντηση της καμπύλης της ζήτησης με την καμπύλη της προσφοράς εργασίας σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού στην αγορά. Mε τις συνθήκες αυτές οι εργαζόμενοι παίρνουν έναν μισθό ίσο με 50 και οι εργοδότες είναι σε θέση να απορροφήσουν όλη την προσφορά εργασίας που υπάρχει εκείνη τη στιγμή στην αγορά (8). Αν με τις συλλογικές συμβάσεις ο μισθός υψωθεί σε 80, η ζήτηση εργασίας ελαττώνεται μέχρι το 6, ενώ η προσφορά αυξάνεται μέχρι το 10. Επομένως το εργατικό δυναμικό μεταξύ Γ και Ε μένει χωρίς απασχόληση.
* * *
και μιστός, ο (ΑΜ μισθός, Μ και μιστός)
η αντιπαροχή, κατά κανόνα χρηματική, η οποία καταβάλλεται στον εργαζόμενο για ορισμένη εργασία από το πρόσωπο ή τον οργανισμό που ωφελείται από αυτήν, καθορισμένη αμοιβή εργασίας, αποδοχές, απολαβές (α. «μηνιαίος μισθός» β. «ὅτ' ἀγήνορι Λαομέδοντι πάρ' Διὸς ἐλθόντες θητεύσαμεν εἰς ἐνιαυτὸν μισθῷ ἔπι ῥητῷ», Ομ. Ιλ.)
νεοελλ.
1. (οικον.) η καταβαλλόμενη τιμή για την αγορά τών υπηρεσιών τού παραγωγικού συντελεστή
2. φρ. α) «κάνω μισθό» — εισπράττω την αμοιβή μου
β) «άξιος ο μισθός σου»
εκκλ. i) μακάρι να είναι αντάξια προς την αγαθή σου πράξη η ανταμοιβή σου από τον θεό
ii) (ειρωνικά) λέγεται σε ανθρώπους που προσέφεραν ασήμαντες εκδουλεύσεις ή και έβλαψαν άλλους
γ) «μισθός κοινωνικός» — οι δαπάνες τού δημοσίου για κοινωνική πρόνοια, κοινωνική ασφάλιση, υγεία και παιδεία, που αποτελούν έμμεσες παροχές προς τους εργαζομένους και βελτιώνουν το βιοτικό τους επίπεδο
δ) «διολίσθηση μισθών»
(οικον.) η μετατόπιση προς τα άνω τού επιπέδου τών μισθών ή ημερομισθίων, το οποίο έχει καθοριστεί μετά από διαπραγματεύσεις τών ενδιαφερόμενων μερών
ε) «θεωρία μισθών»
(οικον.) το τμήμα τής οικονομικής θεωρίας που επιχειρεί να εξηγήσει τον προσδιορισμό τής αμοιβής τής εργασίας
μσν.
1. θεϊκή ανταμοιβή στη μέλλουσα ζωή για ενάρετες πράξεις
2. αγαθοεργία, ευεργεσία, ελεημοσύνη
μσν.-αρχ.
αμοιβή, πληρωμή στρατιωτών ή ναυτών
αρχ.
1. αμοιβή που παρέχονταν για δημόσια υπηρεσία («πρυτανείας μισθός» — αμοιβή την οποία έπαιρναν οι πρυτάνεις κατά τη διάρκεια τής θητείας τους, δηλ. για πέντε εβδομάδες
2. αμοιβή γιατρού
3. έμμισθη υπηρεσία
4. μίσθωμα, εκμίσθωση
5. ενοίκιο
6. (γενικά) ανταμοιβή, ανταπόδοση («ὅτι ὁ μισθός ὑμῶν πολὺς ἐν τοῑς οὐρανοῑς», ΚΔ)
7. ποινή, τιμωρία, ανταπόδοση κακού («μισθὸς γὰρ οὗτος ἐστιν ἀνδρὶ δυσσεβεῑ», Ευρ.)
8. φρ. α) «μισθὸς ἀδικίας» — παράνομο κέρδος
β) «μισθὸν πράττομαι» ή «μισθὸν φέρομαι» ή «μισθὸν αἰτῶ» — λαμβάνω αμοιβή
γ) «μισθοῡ ἕνεκα» ή απλώς «μισθοῡ» (ως γεν. τής αιτίας) χάριν αμοιβής, χάριν μισθού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *mizdho- «μισθός, αμοιβή» και συνδέεται με λ. τής Ινδοϊρανικής (πρβλ. αρχ. ινδ. mīdha- «βραβείο ενός αγώνα», αβεστ. mižda «βραβείο, ανταμοιβή»), τής Γερμανικής (πρβλ. γοτθ. mizdo «μισθός», αρχ. άνω γερμ. mēta, γερμ. Μiete «ενοίκιο») και τής Σλαβικής (πρβλ. αρχ. σλαβ. mĭzda «ανταμοιβή, μισθός»). Η αρχική σημ. τής λ. είναι «έπαθλο για ένα λαμπρό κατόρθωμα», πρβλ. μισθαρνώ. Η λ. με τη σημ. «μισθός», ιδίως για στρατιώτες έχει αντικατασταθεί, από τους ελληνιστικούς χρόνους, από τη λ. οψώνιον.
ΠΑΡ. μισθάριον, μίσθιος, μισθώνω.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) μίσθαρνος, μισθαρνώ, μισθοδότης, μισθοφόρος
αρχ.
μισθαποληψία, μισθαποχή, μισθαρχίδης, μισθόδουλος, μισθόδωρος, μισθοκαρπία, μισθολόγια, μισθομολογία, μισθοπιπράσκω, μισθουργός
αρχ.-μσν.
μισθαποδότης, μισθοποιούμαι
μσν.
μισθαγώγημαν, μισθαγωγός, μισθάργος, μισθοκομίζομαι, μισθοπάροχος, μισθοπορία
νεοελλ.
μισθολόγιο. (Β συνθετικό) αδρόμισθος, άμισθος, έμμισθος, μεγαλόμισθος, υπόμισθος
αρχ.
αντίμισθος, απόμισθος, βαρύμισθος, έκμισθος, εντελόμισθος, επίμισθος, κακόμισθος, ληψολιγόμισθος, μακρόμισθος, μικρόμισθος, ολιγόμισθος, πολύμισθος, πρωτόμισθος, τακτόμισθος
νεοελλ.
αργόμισθος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μισθός — hire masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μισθός — [мистос] ουσ а. заработная плата, гонорар …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μισθός — ο το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται για εργασία ενός μήνα: Παρά τις αυξήσεις στην αγορά οι μισθοί παρέμειναν σταθεροί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μισθὸς ἀρετὴς ἔπαινος. — См. По заслуге и почет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • μισθοῖο — μισθός hire masc gen sg (epic) μισθόω let out for hire pres opt mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μισθοῖς — μισθός hire masc dat pl μισθόω let out for hire pres opt act 2nd sg μισθόω let out for hire pres subj act 2nd sg μισθόω let out for hire pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μισθοῖσιν — μισθός hire masc dat pl (epic ionic aeolic) μισθόω let out for hire pres part act masc/neut dat pl (doric aeolic) μισθόω let out for hire pres subj act 3rd sg (epic) μισθόω let out for hire pres ind act 3rd pl (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μισθοί — μισθός hire masc nom/voc pl μισθόω let out for hire pres subj mp 2nd sg μισθόω let out for hire pres ind mp 2nd sg μισθόω let out for hire pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μισθοῦ — μισθός hire masc gen sg μισθόω let out for hire pres imperat mp 2nd sg μισθόω let out for hire imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μισθούς — μισθός hire masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)